Έτος είναι ο χρόνος που χρειάζεται ένα ουράνιο σώμα για να κάνει μια πλήρη περιφορά γύρω από τον ένα άλλο. Εμείς χρησιμοποιούμε το τροπικό έτος, που είναι το διάστημα μεταξύ δύο εαρινών ισημεριών, το οποίο αποτελείται από 365 μέρες, 5 ώρες, 48 λεπτά και 45 δευτερόλεπτα.
Από τους πρώτους που επινόησαν ένα ημερολόγιο 12 μηνών με 30 ημέρες ο καθένας ήταν οι Αιγύπτιοι. Ο Βασιλιάς της Αιγύπτου Πτολεμαίος Γ’, ο ευεργέτης προσπάθησε να ισορροπήσει το ημερολόγιο με τις εποχές εισάγοντας μια μέρα κάθε 4 χρόνια. Όμως για λόγους που μέχρι σήμερα παραμένουν άγνωστοι, η προσπάθειά του απέτυχε, το αιγυπτιακό ημερολόγιο έχανε μια μέρα κάθε 4 χρόνια και για αυτό έμεινε στην ιστορία ως το «Περιπλανώμενο Ημερολόγιο».
Στη Ρώμη το έτος τους, αρχικά, αποτελούταν από 304 μέρες χωρισμένες σε 10 μήνες, αλλά περίπου 50 μέρες του χειμώνα δεν ανήκαν πουθενά. Ο Βασιλιάς Νουμάς Πομπύλιος αναδιαμόρφωσε το ημερολόγιο σε 12 μήνες και 355 μέρες. Κάθε δεύτερη χρονιά εντασσόταν ένας πρόσθετος μήνας ανάμεσα στον Φεβρουάριο και τον Μάρτιο, με διάρκεια 22-23 ημέρες οι οποίες επέκτειναν το έτος σε 377 ή 375 μέρες.
Η διαχείριση του ημερολογίου ήταν αρμοδιότητα του Ύπατου Ποντίφικα της Ρώμης. Οι Ποντίφικες ήταν ένα θρησκευτικοπολιτικό αξίωμα που είχε τη δυνατότητα να επέμβει στη διάρκεια ενός έτους ανάλογα με το άτομο που είχε την εξουσία. Αποτέλεσμα είχε την περιπλοκή της χρονολόγησης.
Ο Ιούλιος Καίσαρας με την βοήθεια μερικών αστρονόμων εισήγαγε το Ιουλιανό Ημερολόγιο. ‘Ετσι, έβαλε τάξη στο χάος που είχε δημιουργηθεί από τους προηγούμενους. Το 46 π.Χ. έγινε ένα έτος με 13 μήνες και 345 μέρες που ονομάστηκε «Το Τελευταίο Έτος της Σύγχυσης». Ένα έτος στο Ιουλιανό Ημερολόγιο διαρκεί 365 μέρες και κάθε 4 χρόνια διαρκεί 366. Η πρόσθετη μέρα ορίστηκε ως η έκτη μέρα πριν την πρώτη Μαρτίου και μετριέται 2 φορές, δηλαδή, είχε 2 φορές την έκτη μέρα πριν τον Μάρτη. Για αυτό τα ονομάζουμε δίσεκτα έτη. Εμείς ακόμα χρησιμοποιούμε αυτήν την ονομασία, παρόλο που τοποθετούμε αυτή την πρόσθετη μέρα στο τέλος του Φεβρουαρίου.
Το Ιουλιανό Ημερολόγιο ήταν βελτιωμένο σε σχέση με τα προηγούμενα, αλλά δεν είναι τέλειο. Αυτό γίνεται, γιατί το τροπικό έτος είναι περίπου 11 λεπτά και 15 δεύτερα μικρότερο από το Ιουλιανό. Μέχρι τον 16ο αιώνα το ημερολόγιο είχε αποσυγχρονιστεί σε σχέση με τις εποχές περίπου 2 εβδομάδες.
Την επόμενη αλλαγή την έφερε ο Πάπας Γρηγόριος 13ος . Το κίνητρό του ήταν περισσότερο θρησκευτικό παρά κοινωνικό, γιατί σύμφωνα με την εκκλησία το Πάσχα γιορτάζεται την 1η Κυριακή που ακολουθεί την πανσέληνο μετά την εαρινή ισημερία. Ο Πάπας επιθυμούσε η ισημερία να τυχαίνει την σωστή για την εκκλησία ημερομηνία, δηλαδή την 21η Μαρτίου.
Για αυτόν τον λόγο κάθε δίσεκτο έτος είναι ανά τέσσερα χρόνια εκτός αν διαιρείται ακριβώς από το 100 σε κάθε αλλαγή του αιώνα, αλλά αν διαιρείται ακριβώς με το 400 αποτελεί ξανά δίσεκτο έτος. Το Γρηγοριανό Έτος διαρκεί περίπου 365,2425 μέρες ενώ το τροπικό 365,2422 μέρες. Το σφάλμα αυτού είναι να χάνεται μια μέρα κάθε 3000 χρόνια.
Από τα παραπάνω λεγόμενα συμπεραίνουμε ότι μπορεί να μην έχουμε υπολογίσει το ημερολόγιο με απόλυτη ακρίβεια, αλλά έχουμε φτάσει όσο πιο κοντά στην ορθή διαμόρφωσή του. Έχουν υπάρξει πολλά διαφορετικά χρονικά διαστήματα που μέσα από τις διαπραγματεύσεις των απόψεων τους στο θέμα οδηγήθηκαν στο ημερολόγιο που ακολουθούμε σήμερα.
